αἱρετικοῦ

αἱρετικός
able to choose
masc/neut gen sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ιωάννης — I (Juan).Όνομα δύο βασιλιάδων της Αραγονίας. 1. I. A’ (1350 – 1395). Βασιλιάς της Αραγονίας (1387 95). Ήταν γιος του Πέτρου Δ’, που άφησε τη διακυβέρνηση του κράτους του στη σύζυγό του, Γιολάνδη. Ο Ι. Α’ προστάτευσε τις τέχνες και τα γράμματα,… …   Dictionary of Greek

  • Μενανδριανοί — και Μενανδρισταί, οἱ (Μ) οι οπαδοί τού αιρετικού Μενάνδρου, που δίδασκε στην Αντιόχεια και στη Συρία κατά τον 2ο μ.Χ. αιώνα ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε από τους αγγέλους …   Dictionary of Greek

  • αρχαιολογία — Η επιστήμη που μελετά την αρχαιότητα μέσα από όλα τα μνημεία και τα υλικά κατάλοιπά της. Η α. επιδιώκει να αποκαταστήσει τις διάφορες εκδηλώσεις του αρχαίου κόσμου, αφήνοντας κατά μέρος όμως τις μαρτυρίες, που ανήκουν στη σφαίρα αρμοδιότητας της… …   Dictionary of Greek

  • διμοιρίτης — ο (AM διμοιρίτης) [διμοιρία] αρχηγός διμοιρίας νεοελλ. στρατιώτης που ανήκει σε διμοιρία μσν. διμορῑται ονομασία τών οπαδών τού αιρετικού Απολλιναρίου Λαοδικείας αρχ. αυτός που παίρνει διπλό μισθό …   Dictionary of Greek

  • διονύσιος — I Ονομασία ενός μήνα σε πολλές αρχαίες ελληνικές πόλεις. Στη Λοκρίδα αντιστοιχούσε προς τον αττικό Ποσειδεώνα (Δεκέμβριο) και στην Αιτωλία προς τον Μουνυχιώνα (Απρίλιο). II Όνομα τυράννων των Συρακουσών. 1. Δ. Α’ ο πρεσβύτερος (432 – 367 π.Χ.).… …   Dictionary of Greek

  • ηρακλεωνίται — ἡρακλεωνῑται, οι (Α) [Ηρακλέων] οπαδοί τού αιρετικού Ηρακλέωνος …   Dictionary of Greek

  • ιππόλυτος — I Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Γιος του Θησέα και της αμαζόνας Αντιόπης ή Ιππολύτης, ήρωας που θεοποιήθηκε στην Τροιζήνα, όπου τον ανέθρεψε ο παππούς του Πιτθέας. Ζούσε λατρεύοντας την Άρτεμη και κυνηγώντας. Η Αφροδίτη όμως ζήλεψε και έκανε τη… …   Dictionary of Greek

  • παυλιανίζω — Μ [παυλιανός] είμαι οπαδός τού αιρετικού Παύλου τού Σαμοσατέως …   Dictionary of Greek

  • παυλικιανός — ὁ, Μ παυλιανός, οπαδός τού αιρετικού Παύλου τού Σαμοσατέως …   Dictionary of Greek

  • σαβελλιανισμός — ο, Ν θρησκειολ. αιρετική διδασκαλία τού Σαβελλίου, αιρετικού από την Πεντάπολη τής Λιβύης που έζησε κατά τον 3ο μ. Χ. αιώνα, κατά την οποία τα τρία πρόσωπα τής Αγίας Τριάδας είναι απλά ονόματα, δεν έχουν αναφορά στην ουσία τού Θεού, ότι, δηλαδή,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.